ελεητικός

ελεητικός
η , ό[ν] милосердный, сострадательный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ελεητικός" в других словарях:

  • ἐλεητικός — merciful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεητικός — ή, ό (Α ἐλεητικός, ή, όν) συμπονετικός, φιλεύσπλαγχνος …   Dictionary of Greek

  • ελεητικός — ή, ό που συμπονεί, ο ευσπλαχνικός: Χάνουμε την ελεητική, την ανοιχτόκαρδη (Κ. Παλαμάς) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλεητικόν — ἐλεητικός merciful masc acc sg ἐλεητικός merciful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεητικοί — ἐλεητικός merciful masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεητικοῦ — ἐλεητικός merciful masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεητικούς — ἐλεητικός merciful masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεητικῶς — ἐλεητικός merciful adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»